«Μπάχαλο» με τις… τρελές

  • Παλαιοκώστας, Πετρούλα, πολιτικοί και «Στιγμή της αλήθειας» στο στόχαστρο των επιθεωρήσεων
Η Μάρω Κοντού στη «Βουλή με τις... τρελές» στο θέατρο «Αθήναιον»
Η Μάρω Κοντού στη «Βουλή με τις… τρελές» στο θέατρο «Αθήναιον»
  • Ολο και λιγοστεύουν οι θερινές αθηναϊκές σκηνές. Τρία θέατρα ωστόσο ανθίστανται στον καύσωνα και προσφέρουν στιγμές δροσιάς σε μια Αθήνα που… βράζει.

Δύο επιθεωρήσεις και μία κωμωδία είναι ο απολογισμός με τη Μάρω Κοντού στη «Βουλή με τις… τρελές» στο θέατρο «Αθήναιον» και τον Μάρκο Σεφερλή ως… «Μπαχαλόγατο» στο «Δελφινάριο». Στο θέατρο «Παρκ», τέλος θα παρουσιαστεί η κωμωδία «Παρ το χρήμα και τρέχα» του Ρέι Κούνεϊ σε μετάφραση-απόδοση Γιώργου Ηλιόπουλου με τον ίδιο και τους Κ. Ζαχάρωφ, Χρ. Παπά, Ν. Παλληκαράκη κ.ά. «Η Βουλή με τις… τρελές » των Ντίνου Σπυρόπουλου – Γιώργου Γαλίτη που παρουσιάζεται ήδη στο «Αθήναιον» θίγει τα κακώς κείμενα πολιτικο-κοινωνικώς σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόρτζου και με τους Μ. Κοντού, Τ. Αντονυ, Τ. Παπαματθαίου, Κ. Ευρυπιώτη, Γ. Καπετάνιο, Β. Ζωνόρο, Ντ. Σπυρόπουλο, Αλ. Καρακατσάνη κ.ά.

«Μπαχαλόγατος» ο Μάρκος Σεφερλής

«Μπαχαλόγατος» ο Μάρκος Σεφερλής

Ενα σεξουαλικό έγκλημα στα παρασκήνια της «Στιγμής της αλήθειας» φέρνει τα πάνω-κάτω στη φτωχή τηλεοπτική ελληνική γειτονιά. Η φιλόδοξη στάρλετ Κωστούλα Πετρίδου «βγαίνει» από τα ρούχα της, καθώς ο γνωστός καταζητούμενος Βασίλης Παλαιοκώστας αποδέχεται την πρόσκληση δύο αστυνομικών στο «Πάμε Πακέτο» της Βίκυς Χατζηβασιλείου και δραπετεύει για τρίτη φορά με ελικόπτερο, ενώ μια παρέα από πανέξυπνες ξανθιές αποφασίζει να πάρει εκδίκηση.

Ποιος θα βρει τη λύση στο μυστήριο; Ποιος θα αποκαλύψει τον δολοφόνο; Ο «Μπαχαλόγατος» των Μ. Σεφερλή, Στ. Παπαδόπουλου, Γ. Βάλαρη που κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη 25 του μήνα με τους Μ. Σεφερλή, Ελ. Τσαβαλιά, Γ. Πετρόχειλο, Σ. Τασίου, Θ. Ρωμανίδη κ.ά.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 19/6/2009

Ανεβαίνουν στη σκηνή οι Ρομπέν των σούπερ μάρκετ

Μπορεί στην Αθήνα οι μόνιμοι θίασοι να περιορίζονται, ωστόσο υπάρχουν αρκετοί που περιοδεύουν ανά την Ελλάδα. Ο Πάνος Σκουρολιάκος με τους «Ρομπέν των Super Μarkets» εξορμούν σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, με σύνθημα: «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Η κωμωδία του Ντάριο Φο, που γράφτηκε και αναφέρεται στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του 70, αλλά που είναι ιδιαίτερα επίκαιρη και για τη σημερινή Ελλάδα, ανεβαίνει ως… αντίδοτο στην ακρίβεια και τη μελαγχολία της εποχής. Η πρεμιέρα θα δοθεί στις 23 του μήνα στο Κηποθέατρο του Αγρινίου.

Ανεβαίνουν στη σκηνή οι Ρομπέν των σούπερ μάρκετ

Εργο κοινωνικής διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα μια όμορφη φάρσα, έρχεται να ξορκίσει τα κακώς κείμενα, με νοικοκυρές που ψωνίζουν στο σούπερ μάρκετ αλλά… «Δεν πληρώνουν, δεν πληρώνουν», με συζύγους νομοταγείς που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους, με εγκυμονούσες-εξπρές, με καλούς αστυνομικούς και κακούς μπάτσους, με νεκροθάφτες και φέρετρα γεμάτα τρόφιμα και ένα σωρό άλλα που η «θεατρική φαντασία του Ντάριο Φο έχει επινοήσει σε αυτή του την κωμωδία. Φεύγει από το πολιτικό κομμάτι και κάνει, όπως αυτός ξέρει, μια τρελή κωμωδία με απόλυτα θεατρικά υλικά, με έμπνευση και μοναδική θεατρική ευφορία» σημειώνει ο Πάνος Σκουρολιάκος.

Η παράσταση παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Κώστα Αρζόγλου και διασκευή του Γιάννη Καραχισαρίδη, η οποία «κρατάει τον πυρήνα, τον σκελετό του έργου, την ψυχή και τη ραχοκοκαλιά του, τα κωμικά του ευρήματα. Χωρίς να το ελληνοποιούμε, το ανεβάζουμε με έναν ελληνικό τρόπο, «λαϊκό» τρόπο αναγνωρίσιμο και καθημερινό αλλά όχι αγοραίο». Παίζουν: Π. Σκουρολιάκος, Μ. Τουμασάτου, Ηρ. Λούπη, Ν. Ορφανός, Π. Αλμπάνης, Δ. Λιακόπουλος.

Η Επίδαυρος είναι σημαντικότερη από το Οσκαρ. Ελεν Μίρεν-Νίκολας Χάιτνερ:δύο σταρ στο αργολικό θέατρο

  • Ο «πολιορκητικός κριός» ενός Οσκαρ πρόκειται να «εισβάλει» για πρώτη φορά στην επιδαυρική ορχήστρα στις 10 και 11 Ιουλίου. Και θα έχει ισχυρότατο «σύμμαχο»: τη «Φαίδρα» του Ρακίνα. Πάντως, η πολυαναμενόμενη στην Ελλάδα, βραβευμένη από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, Ελεν Μίρεν δηλώνει: «Το να παίξω στην Επίδαυρο είναι σημαντικότερο από ένα Οσκαρ».

«Είμαι σε κατάσταση αναμονής», αποκαλύπτει λίγο προτού βρεθεί με το βρετανικό National Theater στην αρχαιοελληνική σκηνή. «Δεν ξέρω εκ προοιμίου τα αισθήματα που θα έχω όταν βρεθώ στον χώρο. Η ιστορία της υποκριτικής έχει εγγραφεί όμως σ’ αυτόν. Διαισθάνομαι ότι θα είναι μια εμπειρία τρομακτικά συγκινητική. Από τις πιο ξεχωριστές που μπορείς να βιώσεις ως ηθοποιός».

Για κάποιον που την έχει απολαύσει στο σινεμά, η πρεμιέρα της «Φαίδρας» στο Λονδίνο, την περασμένη Πέμπτη, εμπεριείχε μεταξύ άλλων και το στοιχείο μιας ελαφράς… ψυχρολουσίας. Η 64χρονη πρωταγωνίστρια μετά το Οσκαρ του 2006 (για τη «Βασίλισσα» του Στ. Φρίαρς) επέστρεψε ως σταρ στο Εθνικό της χώρας της. Ομως, παρά τη «θηριώδη» τεχνική της, επί σκηνής φάνηκε να στερείται δύο εκ των ουκ άνευ προϋποθέσεων για το μεγάλο ρόλο: την προσωπικότητα που μας καθήλωνε στη μεγάλη οθόνη, και τον εσωτερικό παλμό που θα μας έπειθε για το ρακίνειο πάθος και τις τραγικές συνέπειές του.

Να φταίει, άραγε, η παραδοχή του 53χρονου σκηνοθέτη της παράστασης και αναμορφωτή διευθυντή του National Theater, Νίκολας Χάιτνερ: «Ο Ρακίνας είναι ξένος στη βρετανική θεατρική παράδοση»; Ο ίδιος, πάλι, παραδέχεται ότι η Μίρεν «δεν είναι Βρετανίδα, αλλά Ρωσίδα» (από την πλευρά του πατέρα Μιρόνοφ), εξ ου και «μπορεί να προσεγγίζει τον Γάλλο δραματουργό ευκολότερα από μια Αγγλίδα».

Η «χημεία» μεταξύ του Νίκολας Χάιτνερ και της Ελεν Μίρεν ήταν ήδη δοκιμασμένη από το σινεμά. Επαληθεύτηκε εκ νέου στις πρόβες για τη «Φαίδρα»

Η «χημεία» μεταξύ του Νίκολας Χάιτνερ και της Ελεν Μίρεν ήταν ήδη δοκιμασμένη από το σινεμά. Επαληθεύτηκε εκ νέου στις πρόβες για τη «Φαίδρα»

Ο,τι και αν ισχύει, στην παράσταση του Χάιτνερ μην αναζητήσετε τη νέα πρόταση ή τη σκηνική ανατροπή. Το «νεοκλασικό», συναισθηματικά φορτισμένο κείμενο ο σκηνοθέτης το διαχειρίστηκε με τους όρους και τις ευκολίες ενός συμβατικού θεάματος, περιορίζοντας τον εαυτό του και τους ερμηνευτές σε μια πρώτου επιπέδου «πιστή» ανάγνωση της καίριας μετάφρασης του Τεντ Χιουζ.

Αρκετά σύγχρονα ατυχή κλισέ περί τραγωδίας (η ντυμένη με μάξι «χολιγουντιανές» τουαλέτες Φαίδρα, ο ημιάγριος-μάτσο Θησέας και ο καλογυμνασμένος μιλιτέρ Ιππόλυτος) αναβιώνουν στη σκηνή Lyttelton του National. Απευχόμαστε να αναπαραχθούν και στην Επίδαυρο, που παραμένει φυσικά η μεγάλη πρόκληση για τη βρετανική παραγωγή. Θα καταφέρει μια παράσταση, που στήθηκε κατ’ αρχάς για τον κλειστό χώρο, να «ανοίξει» και να συνομιλήσει με την επιδαυρική κλίμακα;

«Παρ’ ότι υπήρχε το αρχαίο θέατρο στο μυαλό μου, δεν έστησα τη “Φαίδρα” για την Επίδαυρο», ομολογεί ο Χάιτνερ. Δεν έχει ώς σήμερα δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε ανοικτό χώρο, σε αντίθεση με τη Μίρεν, που έχει πλούσια εμπειρία απ’ τη δεκαετία του ’70, εξ ου και θεωρεί ότι «μετά από συγκριτικά ελάχιστες πρόβες μπορούμε να παίξουμε τον Ρακίνα ακόμα και σε μια απλή αίθουσα συνεδριάσεων».

Τουλάχιστον ο σκηνοθέτης έχει επισκεφθεί το αργολικό θέατρο δύο φορές – τη μία μαζί με το σκηνογράφο του Μπομπ Κρόλεϊ. Τον γρίφο της «εφαρμογής» μιας βαριάς αρχιτεκτονικής κατασκευής με οροφή στην πολυκλείτεια ορχήστρα (στο κέντρο της δεσπόζει ένας συμπαγής βράχος πάνω στον οποίο σπαρταρά από έρωτα η Μίρεν) θα τον αποφύγουν. Αγνωστες παραμένουν ακόμη οι βουλές τους για τη βρυσούλα στην οποία ο Ιππόλυτος- Ντόμινικ Κούπερ λούζει το κεφάλι του για να συνέλθει όταν η Φαίδρα τού εξομολογείται τον έρωτά της.

«Το ανάρμοστο πάθος μπορεί να σε "προσβάλει" στα 16 σου, στα 36 σου ή στα 66 σου πιστεύει η Ελεν Μίρεν. Το βιώνει ως Φαίδρα επί σκηνής, με παρτενέρ τον Ντομινίκ Κούπερ (Ιππόλυτος)

«Το ανάρμοστο πάθος μπορεί να σε “προσβάλει” στα 16 σου, στα 36 σου ή στα 66 σου πιστεύει η Ελεν Μίρεν. Το βιώνει ως Φαίδρα επί σκηνής, με παρτενέρ τον Ντομινίκ Κούπερ (Ιππόλυτος)

«Το σκηνικό θα είναι τελείως διαφορετικό από το Lyttelton, ειδικά προσαρμοσμένο για την Επίδαυρο. Ούτως ή άλλως, οι ηθοποιοί είναι κυρίαρχοι των ρόλων τους και δεν θα έχουν πρόβλημα να τους ερμηνεύσουν σε οποιονδήποτε χώρο», πρεσβεύει αισιόδοξος ο Χάιτνερ. Στην ελαφριά κατασκευή, που τελικά θα στηθεί στην Επίδαυρο, θα κυριαρχεί ένα μίνιμαλ επικλινές δάπεδο, πάνω στο οποίο θα κινούνται ξυπόλητοι, όπως στο Lyttelton, οι οκτώ ηθοποιοί. *

  • Ενα Εθνικό Θέατρο ανοιχτό στους μετανάστες

Ο Νίκολας Χάιτνερ [γνωστός στην Ελλάδα κυρίως απ' τις ταινίες του «Οι μάγισσες του Σάλεμ» (1996) και «Η τρέλα του Βασιλιά Γεωργίου» (1994)] ανέλαβε το 2003 το τιμόνι του National Theater. Εκανε ιστορικές τομές, δίνοντας βήμα στη δραματουργία των μειονοτήτων και καθιερώνοντας το «λαϊκό» εισιτήριο των 10 λιρών. Εξαρχής πρέσβευε ότι «ένα Εθνικό Θέατρο πρέπει διαρκώς να απαντά στην πρόκληση του επαναπροσδιορισμού ταυτόχρονα δύο ερωτημάτων: αφενός «τι σημαίνει θέατρο», αφετέρου «τι σημαίνει Εθνικό Θέατρο».

«Πρέπει να προκαλέσουμε τη μεγάλη παράδοσή μας, τοποθετώντας τη στο πλαίσιο των υπόλοιπων μεγάλων παραδόσεων – της αρχαίας ελληνικής, της γαλλικής, της γερμανικής και της αμερικανικής», υποστηρίζει. «Το National Theater δεν είναι πλέον αυτό που ήταν όταν το ίδρυσε το ’63 ο Λόρενς Ολιβιέ. Εχει αποκτήσει νέα ταυτότητα, που δεν είναι τυπικά βρετανική».

Το θέατρο στην Αγγλία ο Χάιτνερ το βρίσκει «εξαιρετικά εύρωστο». «Από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία του είναι η νέα γενιά δραματουργών, παιδιά μεταπολεμικών μειονοτήτων από την Ινδία ή την Αφρική. Ετσι δημιουργήθηκε η φανταστική θεατρική “πολυφωνία” μας. Το ενδιαφέρον στη δεύτερη γενιά μεταναστών είναι το ότι ενώ κατέχει απόλυτα την αγγλική γλώσσα -αυτό συμβαίνει και στην Αμερική- εν τούτοις ακόμη με το ένα πόδι πατάει στην κουλτούρα των γονιών της. Το βρετανικό θέατρο διαθέτει σήμερα κι εκπληκτικές νέες γενιές ηθοποιών και σκηνοθετών. Είμαστε σε μια πολύ καλή φάση».

  • Η οικονομική κρίση δεν έχει αγγίξει το Εθνικό Θέατρο;

«Δεν νιώσαμε την κρίση ακόμα. Το box office τα πάει περίφημα. Ομως η κατάσταση θα χειροτερέψει. Το 1/3 του προϋπολογισμού μάς το παρέχει το κράτος. Ο υπόλοιπος προέρχεται από το ταμείο και τους σπόνσορες. Η χορηγία, όμως, γίνεται ολοένα και πιο δυσεύρετη. Κι αυτό, την ώρα που δίνονται εξωφρενικά ποσά για να “ξελασπώσουν” οι τράπεζες».

  • Η κυβέρνηση Γκόρντον Μπράουν κλυδωνίζεται, μεταξύ άλλων, από ένα σκάνδαλο που συνδέεται με την αγορά πορνοταινιών με δημόσιο χρήμα.

Νίκολας Χάιτνερ: «Υπάρχουν μεγαλύτερα σκάνδαλα, αλλά προτιμούν να μας ρίχνουν “στάχτη” με ανάλογα φαιδρά περιστατικά. Το πρώτο σκάνδαλο είναι ότι ο πλανήτης “καίει” τον εαυτό του. Το δεύτερο, ότι ο δυτικός κόσμος βρίσκεται σε μεγάλη κρίση. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί τα επόμενα 10 χρόνια».

Ελεν Μίρεν: «Το σκάνδαλο με τις πορνοταινίες είναι σύμπτωμα των καιρών. Δεν είναι καν πολιτικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ανθρώπινης ηθικής και αξιοπρέπειας. Μη φανταστείτε μεγάλο. Ελάχιστο. Αναρωτιέμαι μόνο τι θα προκύψει πολιτικά μετά την ύφεση!».

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Ποιος θα κρεμούσε μια Μίρεν στα μισά του έργου;

  • Ενώ οι «αστερόεσσες» κριτικές που γράφτηκαν την επομένη της πρεμιέρας της «Φαίδρας» ήταν ως επί το πλείστον διθυραμβικές (κυριάρχησαν τα τέσσερα στα πέντε αστέρια), δεν έλειψαν και οι σκληρές «σπόντες». «Το γρανιτένιο παλάτι κράτησε το ενδιαφέρον του κοινού περισσότερο από την υποκριτική των ηθοποιών», σημείωνε η tabloid «London Lite» αποδομώντας απ’ το βάθρο ακόμη και μια οσκαρική πρωταγωνίστρια. «Ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις τις κριτικές», αποφαινόταν με ήρεμη αυτοπεποίθηση το μεσημέρι της Παρασκευής στην ελληνική δημοσιογραφική αποστολή ο Νίκολας Χάιτνερ.
  • Δίπλα του, στη μικρή συνεδριακή αίθουσα του, γραφείου του στο National Theater βρίσκονταν η Ελεν Μίρεν -που εκτός σκηνής είναι γοητευτικότερη, αν και «στημένη»- και ο «άγουρος» Ιππόλυτος-Ντόμινικ Κούπερ.

Ούτως ή άλλως, ο σκηνοθέτης δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο καημό για τον Γάλλο δραματουργό και την ηρωίδα του. «Δεν ήταν δική μου επιλογή η “Φαίδρα”, αλλά της Ελεν», ξεκαθάρισε. «Δεν είχα καν σκεφτεί τον Ευριπίδη (Ιππόλυτο)». Διπλός ο λόγος: «Αισθάνομαι περισσότερη οικειότητα με τον γαλλικό νεοκλασικισμό. Επειτα, η Φαίδρα του Ευριπίδη κρεμιέται στο μέσο της διαδρομής. Ποιος θα κρεμούσε μια Ελεν Μίρεν στα μισά του έργου;».

Στο ερώτημα γιατί επέλεξε να επιστρέψει στη σκηνή μετά από 6 χρόνια με τον ρόλο της Φαίδρας, η Ελεν Μίρεν απαντά: «Ανέκαθεν με συνάρπαζαν οι σπουδαίες θεατρίνες του τέλους του περασμένου αιώνα, όπως η Ελεονόρα Ντούζε και η Σάρα Μπερνάρ. Σκέφτηκα ότι αφού η Μπερνάρ έκανε τη Φαίδρα, θα πρέπει να είναι ένας καλός ρόλος. Αγαπώ την εσωτερικότητα και τα μικρά μεγέθη. Μου αρέσουν εξίσου τα μεγαλοπρεπή “τεράστια” οπερατικά έργα με τα μεγάλα αισθήματα».

Οταν ο Χάιτνερ χαρακτηρίζει τον Ρακίνα «ξένο» στη βρετανική παράδοση, ως βασικό επιχείρημα φέρνει τον «ρεαλισμό» της βρετανικής θεατρικής παράδοσης. «Ο κοινωνικός ρεαλισμός είναι πιο σημαντικός σε εμάς απ’την ψυχολογία των ηρώων, σε αντίθεση με τις γαλλικές νεοκλασικές τραγωδίες κι ακόμη περισσότερο τις αρχαίες τραγωδίες, που επικεντρώνονται στον ακραίο φόβο και στα ακραία συναισθήματα», τονίζει ο σκηνοθέτης. «Ηταν για όλους μας δύσκολο να οδηγηθούμε κατευθείαν στο ακραίο αίσθημα. Ο Ρακίνας ενδιαφέρεται μόνο για το αίσθημα. Στη “Φαίδρα” του δεν τον απασχολεί ο κόσμος στον οποίο ζει η ηρωίδα. Η γνωριμία της με τον Ιππόλυτο “περνάει” στην πρώτη πράξη στα ψιλά σε τέσσερις στίχους. Για να φτάσει όμως ο Ρωμαίος στην Ιουλιέτα, έχουν προηγηθεί μια γιορτή, κωμικές σκηνές στον δρόμο κι ένα σωρό περιστατικά… Αυτός είναι ο Σέξπιρ, αυτή είναι και η βρετανική παράδοση. Είναι πολύ σημαντικό το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίσσεται ένα έργο».

  • Το πάθος στη μέση ηλικία

Τη Φαίδρα δεν την είδε ως ένα σύγχρονο δράμα; «Φαντάζομαι, είναι το δράμα όλων των εποχών, ένα έργο διαχρονικό. Πάντοτε, και πριν από 2.500 χιλιάδες χρόνια, ήταν επώδυνο να γραπώνεσαι από την εμμονή σου για κάποιον που δεν στην ανταπέδιδε». Στο σημείο αυτό ανακαλύπτει ο Χάιτνερ και το «σκάνδαλο» του ρακίνειου έρωτα: «Προφανώς και για το γαλλικό κοινό του 1677 υπήρχε το ταμπού της αιμομιξίας. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στο βασικό γεγονός ότι ο Ιππόλυτος δεν αγαπάει τη Φαίδρα».

«Δεν είμαι σίγουρη αν η μυστικότητα και η καταπίεση κάνουν τα πράγματα περισσότερο ακραία. Το πάθος, όμως, στη μέση ηλικία, δεν είναι γνώρισμα μόνο των γυναικών ή των ανδρών, αλλά των ανθρώπινων υπάρξεων εν γένει. Το ανάρμοστο πάθος μπορεί να σε “προσβάλει” στα 16 σου, στα 36 σου ή στα 66 σου. Δεν είναι θέμα ηλικίας αλλά ανθρώπινης καρδιάς», υποστηρίζει η Μίρεν, που μεταξύ ενοχής και αθωότητας συναντά τη δική της Φαίδρα στην «ανθρωπότητα». «Ολοι μας υπήρξαμε στη ζωή μας και ένοχοι και αθώοι», αποφαίνεται. «Ολοι διαπράξαμε φρικτά λάθη. Αυτό είναι το στοιχείο που καθιστά διαχρονική την τραγωδία του Ρακίνα. Απ’ την αρχαία Ελλάδα ώς τον 18ο αιώνα και από εκεί στη μοντέρνα Αγγλία, η ιστορία της Φαίδρας ήτανε πάντα οικεία στο κοινό αφού περιγράφει αναγνωρίσιμα αισθήματα».

Το «αμάρτημα» της ηρωίδας καθοδηγείται, σύμφωνα με την πρωταγωνίστρια, από τη δική της θέληση. «Και ο Ρακίνας και ο Ευριπίδης κατανοούν πολύ καλά τη σχέση βούλησης και πεπρωμένου. Εσύ δημιουργείς το πεπρωμένο σου. Την ίδια ώρα νιώθεις ότι επενεργεί και κάτι έξω από εσένα. Αν δεν είχα πάει στο βενζινάδικο, δεν θα είχα αργήσει στη συνάντησή μας. Δεν ήταν δική μου απόφαση να αργήσω. Οι Ελληνες συγγραφείς αυτό το αντιλαμβάνονταν. Στη “Φαίδρα” όλοι οι ήρωες έχουν πάρει τις αποφάσεις τους. Κανένας τους δεν είναι ούτε αθώος ούτε ένοχος».

Και μια προσωπική εξομολόγηση. «Ο έρωτας χωρίς ανταπόδοση είναι κάτι που έχω ζήσει κι εγώ», αποκαλύπτει η Μίρεν. Στη “Φαίδρα” χρησιμοποιώ τη μνήμη τού πόνου. Τα δάκρυά μου στη σκηνή είναι αληθινά. Και πραγματικά, είναι αδύνατο να τα σταματήσω…». *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Για πολλά γέλια το εφετινό καλοκαίρι. Ξεκινούν οι εξωφεστιβαλικές παραστάσεις που δίνουν σταθερό προβάδισμα στις κωμωδίες

Από αριστερά, ο Παύλος Χαϊκάλης και ο Αργύρης Αγγέλου (κάτω), όρθιοι ο Κώστας Φλωκατούλας και ο Γιάννης Βούρος στην παράσταση «Αι δύο Ορφαναί»

Το καλοκαίρι οι παραστάσεις στήνονται με σχεδόν αποκλειστικό γνώμονα το γέλιο: Οποιος αποφασίσει να πάει στο θέατρο, πρέπει να γελάσει. Για τον λόγο αυτόν, σχεδόν όλες οι επιλογές περιστρέφονται γύρω από την κωμωδία- ελληνική και ξένη. Προφανώς η εφετινή εξωφεστιβαλική παραγωγή δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Ορεξη να έχει κανείς να βλέπειαρκεί να έχει το κριτήριο της επιλογής….

Με την «Οπερα της Πεντάρας» να ανοίγει κυριολεκτικά τον χορό των θερινών, εξωφεστιβαλικών παραστάσεων, το θέατρο μπαίνει σε θέση μάχης. Το έργο των Μπέρτολτ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ παρουσιάζεται σε απόδοση και σκηνοθεσία ΘέμηΜουμουλίδη με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, τον Στέλιο Μάινα, τη Ρένια Λουιζίδου, και περιοδεύει αποδεικνύοντας τη δύναμη και τη διαχρονικότητά του. Σκηνικό-κοστούμια Γιώργος Πάτσας , χορογραφίες Δημήτρης Παπάζογλου, μουσική διδασκαλία Θοδωρής Οικονόμου. Γραμμένη το 1928 συνεχίζει να αποτελεί ένα σχόλιο για τις σύγχρονες κοινωνίες και το οικονομικοκοινωνικό τους σύστημα.

Η Κάτια Δανδουλάκη είναι η ομώνυμη ηρωίδα στη «Μήδεια» του Μποστ, που σκηνοθετεί ο ΠέτροςΦιλιππίδης. Με αφορμή την τραγωδία του Ευριπίδη ο Μέντης Μποσταντζόγλου (Μποστ) άρχισε να γράφει και κατέληξε να μιλάει σε δεκαπεντασύλλαβο για μια γυναίκα στυγνή, κακούργα δολοφόνισσα, που έσφαξε τα παιδιά της επειδή ήταν παλιόπαιδα! Το πρώτο ανέβασμα του έργου έγινε το 1993 από το θέατρο Στοά και τον Θανάση Παπαγεωργίου, με πρωταγωνίστρια τη Λήδα Πρωτοψάλτη. Στη νέα του εκδοχή η Κάτια Δανδουλάκη θα δώσει τη δική της Μήδεια. Παίζουν επίσης οι Γιώργος Γαλίτης, Πάνος Σταθακόπουλος,Γιώργος Ψυχογιός,Θανάσης Τσαλταμπάσης, Μάνος Παπαγιάννης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος κ.ά. «Αι δύο ορφαναί» επέλεξαν να είναι αυτό το καλοκαίρι ο Παύλος Χαϊκάλης, ο Αργύρης Αγγέλου και ο Γιάννης Βούρος στην παράσταση του έργου των Αντόλφ ντ΄ Ενερί και Εζέν Κορμόν και στη διασκευή για άνδρες του Τάκη Χρυσικάκου που σκηνοθετεί και την παράσταση. Το γαλλικό μελόδραμα του 19ου αιώνα διαδραματίζεται στο Παρίσι με ηρωίδες δύο αδελφές, εκ των οποίων η μία είναι τυφλή. Από εκεί αρχίζει μια περιπέτεια δίχως τέλος για αυτές τις δύο ορφανές. Παίζουν επίσης οι Κώστας Φλωκατούλας, Γιάννης Θωμάς, Σπύρος Μπιμπίλας, Φώτης Σπύρος κ.ά.

Με τον «Κουρέα της Σεβίλλης» του Μπομαρσέ το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης πρόκειται να περιοδεύσει αυτό το καλοκαίρι. Το έργο σε μετάφραση Ζάννας Αρμάου και διασκευήσκηνοθεσία Θανάση Θεολόγη ανεβαίνει με τους Γιώργο Παρτσαλάκη , Νίκο Δαδινόπουλο, Τάσο Παλαντζίδη, Γιάννη Αϊβάζη , Θάλεια Προκοπίου κ.ά. Η Ελένη Γερασιμίδου μαζί με τον Αντώνη Ξένο παρουσιάζουν το έργο «Οι πανουργίες της Φλουρούς», μια διασκευή του διηγήματος του Δημήτρη Βικέλα «Η άσχημη αδελφή» από τη θεατρολόγο του Π.Α. Ευανθία Στιβανάκη η οποία υπογράφει και τη σκηνοθεσία.

Η μουσική είναι του Δημήτρη Λέκκα και η σκηνογραφία του Κώστα Βελινόπουλου. Και έπεται συνέχεια: Περιοδεία και για το έργο του Ντάριο Φο «Δεν πληρώνω δεν πληρώνω» από το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και τις θεατρικές επιχειρήσεις Λεμπέση σε διασκευή Γιάννη Καραχισαρίδη και σε σκηνοθεσία Κώστα Αρζόγλου , με τους Πάνο Σκουρολιάκο, Μαριάννα Τουμασάτου, Ηρώ Λούπη, Νίκο Ορφανό, Περικλή Αλμπάνη και Δημήτρη Λιακόπουλο.

Τέλος, διπλός Αριστοφάνης σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, με τις «Θεσμοφοριάζουσες» που σκηνοθετεί ο Νίκος Χαραλάμπους και παίζουν ο Βασίλης Τσιβιλίκας και ο Γιώργος Κωνσταντίνου , και με τη «Λυσιστράτη» από τον Θύμιο Καρακατσάνη και τον Στάθη Ψάλτη. [ΤΟ ΒΗΜΑ, Σάββατο 20 Ιουνίου 2009]

Η διακριτικά κυρίαρχη Ελεν Μίρεν. Εγκώμια στην Αγγλία για τη «Φαίδρα»

Εάν η ξενάγηση στις σκηνές και στα παρασκήνια του Αγγλικού Εθνικού Θεάτρου είχε προηγηθεί από την παράσταση της «Φαίδρας», θα είμαστε περισσότερο προϊδεασμένοι για την άποψη του σκηνοθέτη Νίκολας Χάιτνερ πάνω στο έργο του Ρακίνα. Κι αυτό, γιατί όταν διατυπώσαμε την απορία με ποια κριτήρια επελέγη η αίθουσα Lyttelton αντί της Olivier, που είναι μικρογραφία της Επιδαύρου και έχει χωρητικότητα 1.160 θέσεων, η (διστακτική) απάντηση της ξεναγού συνοψίστηκε στη φράση: «Ο Νίκολας Χάιτνερ αντιμετώπισε το έργο περισσότερο σαν δράμα παρά σαν ελληνικό μύθο».

  • Το σκηνικό

Ενα μήνα ακριβώς πριν ο, βρετανικός, μύθος της υποκριτικής, η dame Ελεν Μίρεν, δοκιμάσει τις δυνάμεις της στην Επίδαυρο (10 και 11 Ιουλίου), παρακολουθήσαμε την αβάν πρεμιέρ της παράστασης στο Λονδίνο. Ηταν μια βραδιά αφιερωμένη στον Τύπο, που περιελάμβανε, το επόμενο πρωί, συνάντηση με τους βασικούς συντελεστές: την Ελεν Μίρεν (Φαίδρα), τον Ντόμινικ Κούπερ (Ιππόλυτο) και τον Νίκολας Χάιτνερ (σκηνοθέτη και διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου).

Την προηγούμενη Πέμπτη (11 Ιουνίου) στις 7 μ. μ. σηκωνόταν η αυλαία (έμοιαζε με μαύρη κρύπτη) του Lyttelton Theatre για να αποκαλυφθεί το σκηνικό: ένας μεγάλος βράχος από πολυεστέρα, ένας, σε εξπρεσιονιστικά χρώματα, μπλε ουρανός (αναφορά στη Μεσόγειο;), λεπτές μεταλλικές καρέκλες, ένας ευειδής, γυμνασμένος Ιππόλυτος με μαύρο φανελάκι και ψαράδικο παντελόνι και ένας εξίσου χαλαρά ντυμένος Θηραμένης (ο παιδαγωγός του). Πληροφορούμαστε ότι ο Ιππόλυτος φεύγει από την Τροιζήνα, ότι ο πατέρας του Θησέας δεν έχει δώσει σημεία ζωής για έξι μήνες και ότι είναι βαθιά ερωτευμένος με την πριγκίπισσα Αρικία. Η κατάμεστη αίθουσα των 890 θέσεων είναι βέβαιο πως περιμένει με ανυπομονησία την εμφάνιση της Φαίδρας – Ελεν Μίρεν. Και, εκείνη, δεν θα απογοητεύσει. Καλυμμένη με μοβ πέπλο, με μακρύ μοβ φόρεμα με πτυχώσεις που αναδεικνύουν τη λεπτή, ευκίνητη σιλουέτα της και με χρυσά κοσμήματα, κάνει τελετουργική είσοδο συνοδευόμενη από την τροφό της Οινώνη (με μαύρο φόρεμα και μαύρο δίχτυ στα μαλλιά, παραπέμποντας μάλλον σε φιγούρα από το «Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα»). Η Φαίδρα θα αποκαλυφθεί (ξεριζώνοντας τα κοσμήματα) και θα αποκαλύψει το άνομο και χωρίς ανταπόκριση πάθος της για τον θετό γιο της Ιππόλυτο. Η συνέχεια, λίγο – πολύ γνωστή, κυλάει μέσα σε συγκρατημένη απελπισία, αρκετό σαρκασμό και ειρωνεία, σε μια μάλλον αποστασιοποιημένη, νεοκλασικίζουσα σκηνοθετική άποψη με ρινίσματα μοντερνισμού. Το κοινό απολάμβανε την παράσταση – κάποιες φορές μάλιστα γελούσε με τις εκρήξεις της Φαίδρας.

  • Οι κριτικές

Την επόμενη μέρα, οι τρεις εγκωμιαστικές κριτικές (στην Guardian και δύο στους Times) μαζί με την ημίωρη συνέντευξη με τους συντελεστές έβαλαν τα πράγματα στη θέση τους. Πρώτον: οι Βρετανοί θρέφουν μεγάλο θαυμασμό και σεβασμό για τη Μίρεν. Ακόμη και οι «σκιές» για την ερμηνεία της διατυπώνονται με πολλή προσοχή. Οι ενστάσεις (στον Observer και στους Financial Times) μιλούν για μη κυριαρχική ερμηνεία, για βασίλισσα χωρίς μέγεθος (εξαιρετική όμως στις λεπτομέρειες) και χωρίς την απαιτούμενη συντριβή. Πάντως, τα 4 στα 5 αστεράκια δείχνουν μάλλον αποδοχή παρά απόρριψη. Δεύτερον: «Νομίζω ότι ο Ρακίνας, όπως και οι Γάλλοι νεοκλασικοί γενικότερα, είναι εντελώς ξένοι με την αγγλική ρεαλιστική παράδοση», είπε ο Νίκολας Χάιτνερ και πύκνωσε στην απάντησή του, αλήθεια και άποψη.

Η «Φαίδρα» που θα δούμε στην Επίδαυρο, πάντως, θα έχει πολλές αλλαγές. «Εχω έρθει δυο φορές στο αρχαίο θέατρο. Δεν είδα παράσταση, αλλά ο χώρος σε καθηλώνει», είπε ο Χάιτνερ. Η βραβευμένη με Οσκαρ (για τη «Βασίλισσα» του Στίβεν Φρίαρς) Ελεν Μίρεν πρόσθεσε ότι η «Επίδαυρος γι’ αυτήν είναι περισσότερο και από Οσκαρ». «Είμαι βέβαιη ότι θα είναι μια από τις πιο συναρπαστικές εμπειρίες της ζωής μας».

  • Ανομο πάθος

Το άνομο πάθος (το χωρίς ανταπόκριση – επέμενε ο Χάιτνερ) μονοπώλησε σχεδόν τη συνέντευξη. «Το άνομο πάθος μπορεί να σε καταλάβει σε οποιαδήποτε ηλικία. Στα 16 ή στα 66. Οταν σε διαπερνάει το βέλος, αιφνιδιάζεσαι. Είσαι ήδη τραυματισμένος. Δεν είναι θέμα ηλικίας αλλά καρδιάς», επέμεινε η Μίρεν (σ. σ. αναλυτικότερα, η συνέντευξη, στο αυριανό φύλλο της «Κ»). Λιτή στην εμφάνιση, συμφιλιωμένη με το χρόνο (δεν κρύβει ότι είναι 65), γοητευτική και αισθαντική, διαθέτει μια ανεπιτήδευτη ισχύ. Οσες αντιστάσεις και να έχεις ως θεατής, ως συνομιλητής παραδίδεσαι. Η Μίρεν, ηθοποιός και γυναίκα, είναι διακριτικά κυρίαρχη. Η «Φαίδρα» του Ρακίνα, παραγωγή του National Theatre, θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο 10 και 11 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ. Η διασκευή του έργου είναι του Τεντ Χιουζ.

  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 20 Iουνίου 2009. Της απεσταλμένης μας στο Λονδινο Μαριας Κατσουνακη

To βλέμμα του Νάρκισσου

Ο Γιαν Φαμπρ σε ένα “Όργιο ανεκτικότητας”
  • ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΡΑΠΤΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 19/06/2009

Μέσα από τα δύσκολα μονοπάτια της ψυχανάλυσης ιχνηλατείται η περιπέτεια της θέασης. Ο Λακάν, μιλώντας για την ηδονοβλεψία ως διαστροφή, κάνει λόγο για την ενόρμηση της θέασης ως κύκλωμα που επιστρέφει στην απαρχή του: κοιτάζω το αντικείμενο και βλέπω τον εαυτό μου να κοιτάζει. Δημιουργώ δηλαδή με το βλέμμα το αντικείμενο που μου λείπει και μέσα από τη «βάναυση» συνάντηση με αυτό βλέπω εμένα να κοιτάζω.

Ειδικά στο μεταμοντέρνο θέατρο, το βλέμμα κωδικοποιείται διπλά. Συγκροτείται ένα συμμετοχικό – συντελεστικό μοντέλο θέασης και ερμηνείας του θεάματος από την μεταλλασσόμενη κοινότητα θεατών και δημιουργών. Ο παραστάσιμος εαυτός τελεί συνεχώς υπό το βλέμμα του «γενικευμένου άλλου». Οργανώνεται ένα πυκνό δίκτυο από μερικότητες και ροές, ένα «ηδονοβλεπτικό» παραστασιακό σύστημα που βασίζεται στην αποσπασματικότητα, τη σωματικότητα, την ενθαδικότητα και τη διαμόρφωση επί σκηνής φυγόκεντρων χωροχρονικών αλληλουχιών και συσσωματώσεων από συνδηλώσεις και υπαινιγμούς.

Στο μεταμοντέρνο θέατρο η αμφισβήτηση του παραδοσιακού δυτικού θεάτρου, η προσπάθεια εξάλειψης του πατρικού συμβόλου, η εμμονή στο σώμα, η μετα-αποικιοκρατική πολιτιστική μετανάστευση, πλαισιώνουν την παραστασιακή πράξη. Το βλέμμα αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα για την πρόσβαση σε χώρους που μέχρι πρότινος ανήκαν στο ασύνειδο (συλλογικό ή ατομικό). Η σκοπική ενόρμηση κανοναρχεί το μεταμοντέρνο θέαμα.

Την σκοπική ενόρμηση, το ένστικτο της θέασης κατά Λακάν, χρησιμοποιεί ο ευφυής και καλά διαβασμένος Jan Fabre όταν κατασκευάζει τα θεάματά του. Ο Fabre αρέσκεται να δημιουργεί προκλητικά εικαστικά assemblage, όπου πρωταγωνιστεί η σωματικότητα σε όλες τις πιθανές εκδοχές. Ο ίδιος εξάλλου έχει πει πως μέσα από το σώμα στοχεύει στην απομορφοποίηση και αναδιαμόρφωση του λόγου και ότι για να το πετύχει αυτό προετοιμάζει προσεκτικά την παράσταση και ασκεί στο έπακρο τους ηθοποιούς – επιτελεστές, τους οποίους και αποκαλεί «μαχητές του ωραίου». Ο Fabre αρέσκεται στα παιχνίδια της σεξουαλικότητας και στη χρήση φαλλικών συμβόλων (σπαθιά, όπλα κ.λπ.). Χρησιμοποιεί το χώρο και το χρόνο με γλυπτική διάθεση. Διαμορφώνει μέσα από τις χορογραφίες του χωρικά αποσπάσματα, πρόσωπα και αφηγήσεις. Συχνά οργανώνει παραστασιακά μορφώματα – απεικονίσεις του κόσμου του Ιερώνυμου Μπος και του Μπρυγκέλ (για παράδειγμα στο Je suis sang, στο Parrots and Guinea Pigs, στο Tannhauser) και τα μπολιάζει με θεωρητικούς προβληματισμούς. Οι γυναίκες στα έργα του είναι δίσημες και οι άντρες καταδυναστεύονται από την αρσενικότητά τους. Η ενοχή και η τιμωρία, η ιδέα του θανάτου και της εξουσίας, η έννοια της διάβασης αποτελούν για τον Fabre πρώτες ύλες. Επενδύει στη συμμετοχή και τη συνενοχή και υπεραμύνεται της καθαρτικής λειτουργίας των θεαμάτων του.

Στο Όργιο ανεκτικότητας (θέατρο Παλλάς, 10-11 Ιουνίου) ο Fabre συνθέτει ένα ενδόμυχα ρεαλιστικό πίνακα του δυτικού κόσμου. Κεντρικός άξονας η ολική κατανάλωση και ο ναρκισσισμός των υποκειμένων που εκδηλώνεται διαστροφικά και βουλιμικά. Τα πάντα είναι προς αγορά και κατανάλωση και αυτή η συμπεριφορά συμπυκνώνεται στην πράξη της αυτοϊκανοποίησης σε όλες τις μορφές της. Μιας αυτοϊκανοποίησης αγχωτικής και επιδεικτικής, που κατακλύζεται από αισθήματα ενοχής, ένας ψυχαναγκασμός χωρίς διέξοδο. Το Όργιο ανεκτικότητας έχει όλα τα υλικά που χρησιμοποιεί κατά καιρούς ο Fabre. Η χορευτική κίνηση και η γεωμετρική, «καθαρή» διαχείριση του χώρου, η κατάτμησή του σε επιμέρους χωρικά επεισόδια με τους καναπέδες και τα καλάθια του σούπερ μάρκετ, τα παιχνίδια με τις σκιές και το φως, οι ενδυματολογικές επιλογές, τα ειρωνικά σχόλια και η μουσική αποτελούν τα θετικά σημεία της παράστασης. Αντιθέτως, η επανάληψη των σκηνών σωματικής αυτοϊκανοποίησης, η «πολυφορεμένη» χρήση του γυμνού και οι κλισέ πλέον φιλοσοφικές πινελιές που υποτίθεται ότι αναδεικνύονται με την οργασμική «αγωνία» και την «αλήθεια» του σώματος, πολύ λίγα μπορούν να προσδώσουν στην παράσταση. Λειτουργούν πορνογραφικά και γειώνουν το θεατρικό γεγονός, αφού καθηλώνουν το ετερόκλητο κοινό στο ρόλο του ηδονοβλεψία καταναλωτή, που γελά με ανακουφισμένη ενοχή στα καυστικά – διακοσμητικά λεκτικά σχόλια της παράστασης.

Το Όργιο ανεκτικότητας σίγουρα δεν αποτελεί την καλύτερη παράσταση του Fabre, αφού πέρα από το εικαστικό διακύβευμα, εγκλωβίζεται σε αυτό που υποτίθεται ότι θέλει να καταγγείλει: την κοινωνία που λειτουργεί ως νάρκισσος – ηδονοβλεψίας, το σύστημα που παράγει σαρκοφάγους γεροντο-έφηβους, χωρίς καμιά πιθανότητα για κάθαρση… Αυτή τη φορά η φρεσκάδα του πειραματισμού υποσκελίστηκε από την φορμόλη του πειραματικού σχολαστικισμού.

* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος

Καλοκαιρινό «Θαύμα της Αννυ Σάλιβαν»

  • «Το θαύμα της Αννυ Σάλιβαν», θα περιοδεύσει ανά την Ελλάδα, από την 1η Ιούλη μέχρι και τις αρχές του Σεπτέμβρη. Το έργο του Ουίλιαμ Γκίμπσον, βασίζεται σε μια αληθινή και συγκλονιστική ιστορία που συνέβη στον αμερικάνικο νότο στα τέλη του 19ου αιώνα. Ηρωίδες του έργου είναι δυο γυναίκες, πρότυπα της δύναμης της θέλησης. Σε βρεφική ακόμα ηλικία, η Ελεν Κέλερ έχασε όραση, ακοή και φωνή. Μέχρι τα έξι χρόνια της ήταν ένα αγρίμι, που ζούσε μέσα στη σιωπή και στο σκοτάδι. Οι γονείς της, κάλεσαν την Αννυ Σάλιβαν, μια εικοσάχρονη δασκάλα – άτομο με αναπηρίες, αφού είχε μειωμένη όραση – για να βοηθήσει το παιδί. Η Σάλιβαν με την επιμονή και την αγάπη της κατόρθωσε να μετατρέψει τη μικρή Ελεν Κέλερ σ’ ένα χαρισματικό πλάσμα με σπάνιες πνευματικές αρετές. Το «Θαύμα της Αννυ Σάλιβαν» είναι το θαύμα της ανθρώπινης προσπάθειας, της προσήλωσης και της επιμονής στο αποτέλεσμα. Παίζουν οι: Πέγκυ Τρικαλιώτη (Αννυ Σάλιβαν), Θωμάς Κινδύνης, Γεωργία Μαυρογιώργη, Θεοδώρα Βουτσά, Ορέστης Σοφοκλέους και ο Πάνος Χατζηκουτσέλης. Εναλλάξ στο ρόλο της Ελεν Κέλερ, οι μικρές Δήμητρα Δουμένη – Αναστασία Τσιλιμπίου. Διασκευή: Τζιανκάρλο Σέπε. Μετάφραση – απόδοση: Θωμάς Σιδέρης – Γιάννης Διαμαντόπουλος. Σκηνοθεσία: Γιάννης Διαμαντόπουλος. Σκηνικά – κοστούμια: Ντόρα Λελούδα. Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης. Κινησιολογία: Μαρκέλα Παπαδαμάκη. Φωτισμοί: Αντρέας Σινάνος.

Διαχρονική «Οπερα της πεντάρας»

Η Εταιρεία Τέχνης «5η Εποχή», σε συνεργασία με την εταιρεία «Πολιτισμός και επικοινωνία», παρουσιάζουν το καλοκαίρι του 2009, τη διασημότερη μουσική κωμωδία – σάτιρα του εικοστού αιώνα, το έργο των Μπέρτολτ Μπρεχτ – Κουρτ Βάιλ «Η Οπερα της πεντάρας».Το έργο παρουσιάζεται στην αυθεντική του εκδοχή, με όλες τις μουσικές και τα τραγούδια του Κουρτ Βάιλ, σε απόδοση – σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικό – κοστούμια Γιώργου Πάτσα, χορογραφίες Δημήτρη Παπάζογλου, μουσική διδασκαλία Θοδωρή Οικονόμου.

Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Στέλιος Μάινας, Ρένια Λουιζίδου, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Μάνος Βακούσης, Νάντια Κοντογεώργη, Δημήτρης Βογιατζής, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Δέσποινα Πολυκανδρίτου, κ.ά.

«Η Οπερα της πεντάρας», έργο γραμμένο το 1928, στην εποχή όπου το επερχόμενο παγκόσμιο οικονομικό κραχ, απειλούσε πλέον και την Ευρώπη, παραμένει επίκαιρο, βαθύτατα σαρκαστικό και ίσως, το διασημότερο σχόλιο «στην κατασκευή» του σύγχρονου οικονομικοκοινωνικού συστήματος… Ο Μπρεχτ δανείζεται το θέμα του από την «Οπερα του ζητιάνου» του Τζων Γκαίη, που είχε γνωρίσει εξαιρετική επιτυχία στο Λονδίνο (1728). Ο Κουρτ Βάιλ γράφει για τις ανάγκες της παράστασης μια σειρά εξαιρετικών τραγουδιών που στο σύνολό τους γίνονται επιτυχίες και γνωρίζουν αμέτρητες διασκευές για περισσότερο από ογδόντα χρόνια. Αποτελεί μια ιδανικά επίκαιρη επιλογή – σχόλιο στις εποχές που διανύουμε… Ενα έργο που απευθύνεται σ’ ένα ευρύτατο κοινό κάθε ηλικίας, ένα έργο λαϊκό και ταυτόχρονα μια μοναδική μουσική κωμωδία, μια σάτιρα στα όσα και σήμερα απλώς επαναλαμβάνονται στο γύρισμα του χρόνου.

Η παράσταση ξεκίνησε στις 18 Ιούνη και παρουσιάζεται και σήμερα στην Αθήνα στο θέατρο BADMINTON και στη συνέχεια η παράσταση θα παρουσιαστεί σε επιλεγμένες πόλεις και θέατρα της ελληνικής περιφέρειας και στην Κύπρο.

Οι κορυφαίοι του θεάτρου δίνουν απαντήσεις. Το Διεθνές Φεστιβάλ του Βρότσλαβ με τίτλο «Ο κόσμος ως τόπος αλήθειας»

Αν θα θέλατε να συναντήσετε μια κι έξω, μαζεμένους παρέα σε ένα γεωγραφικό σημείο του πλανήτη, τους κορυφαίους θεατρανθρώπους της Υφηλίου, θα παίρνατε το αεροπλάνο για τη Βαρσοβία κι από εκεί transit για το Βρότσλαβ.

Η Πίνα Μπάους, μία από τους «master» που θα παρουσιάσουν παραστάσεις τους στο Βρότσλαβ

Η Πίνα Μπάους, μία από τους «master» που θα παρουσιάσουν παραστάσεις τους στο Βρότσλαβ

Το Ινστιτούτο Γκροτόφσκι, που έχει την έδρα του στην πολωνική πόλη, μόλις μία ώρα αεροπορικώς από τη Βαρσοβία, ορμώμενο από τη φράση του κορυφαίου Πολωνού σκηνοθέτη και δασκάλου της θεατρικής τέχνης Γέρζι Γκροτόφσκι (1933-1999) «Ο κόσμος ως τόπος αλήθειας» («The World as a place of truth»), πραγματοποιεί με τον ίδιο τίτλο από την περασμένη Κυριακή έως και το τέλος του μήνα διεθνές θεατρικό φεστιβάλ. Τον τίτλο του «διεθνούς» τον επιβεβαιώνει στο ακέραιο.

Οι «master», όπως χαρακτηρίζονται στο επίσημο site της διοργάνωσης, Πίνα Μπάους, Πίτερ Μπρουκ, Εουτζένιο Μπάρμπα, Ανατόλι Βασίλιεφ, Ταντάσι Σουζούκι, Κρίστιαν Λούπα, Θόδωρος Τερζόπουλος, Κριστόφ Βαρλικόφσκι, Ρίχαρντ Σέχνερ και Λούντβιχ Φλάσεν αποτυπώνουν στο φεστιβάλ μέσω των παραστάσεών τους τις «διαφορετικές περιοχές στις οποίες μετασχηματίστηκε, συχνά σπάζοντας καλλιτεχνικά σύνορα, το θεάτρο του 20ού αιώνα».

Τα ερωτήματα που μέσα από σειρά παραστάσεων, σεμιναρίων, εργαστηρίων και προβολών θέτει σε όλους τους «δασκάλους» το φεστιβάλ αποκαλύπτονται καίρια: «Τι είναι μόνιμο στην εφήμερη τέχνη του θεάτρου;», «Τι είναι ανεξάρτητο στις “στιγμιαίες” προτιμήσεις του κοινού;» και, τέλος, «Τι πρόκειται να φέρουμε στη νέα θεατρική χιλιετία;».

Ολο το πρόγραμμα μπορείτε να το βρείτε πληκτρολογώντας στο google «The World as a Place of Truth». Αφθονο το προσφερόμενο υλικό από το site του Ινστιτούτου Γκροτόφσκι.

  • ΙΩ.Κ., Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.