- Σας προσφέρουμε την αυτοκτονία των ονείρων σας» θα μπορούσε να είναι το σλόγκαν ενός κλαμπ που εγγυάται στα μέλη του τον επιθυμητό θάνατο…
- Και πού θα έβρισκε καλύτερη στέγη ένα έργο με τίτλο «Η λέσχη της αυτοκτονίας» παρά στη σκηνή «Είσοδος κινδύνου» του Αμφιθεάτρου με ηθικό αυτουργό και εκτελεστή την Κατερίνα Ευαγγελάτου, η οποία περνά ταχύτατα από τη μια σκοτεινή παράσταση στην επόμενη. Τώρα δανείστηκε την κεντρική ιδέα και κάποιους χαρακτήρες από τη νουβέλα του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον «Η λέσχη της αυτοκτονίας», για να γράψει μαζί με τους ηθοποιούς, στη διάρκεια των δοκιμών, ένα καινούριο κείμενο με ολότελα διαφορετικό φινάλε.
- Το έργο ξεκινάει με δύο άντρες να διαβάζουν την πρώτη παράγραφο από τη νουβέλα του Στίβενσον, αλλά γρήγορα οι ήρωες δραπετεύουν από το βιβλίο παίρνοντας θεατρικούς δρόμους. Ενας άγνωστος τους μπλέκει σε μια απίστευτη περιπέτεια. Τους οδηγεί σε μια μυστική λέσχη μόνο για άντρες, που απευθύνεται σε όσους θέλουν να θέσουν τέρμα στη ζωή τους, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να το κάνουν. Μετά από μια σκληρή δοκιμασία την οποία διευθύνει ο πρόεδρος -δεν βλέπουμε ποτέ το πρόσωπό του, αλλά ακούμε τη φωνή του, δηλαδή τη φωνή του… Σπύρου Ευαγγελάτου- τα νέα μέλη γίνονται δεκτά. Η υπόσχεση που παίρνουν οι έχοντες την επιθυμία της αυτοκτονίας είναι ότι σε λίγες μέρες θα απαλλαγούν επιτέλους από τη θλιβερή ύπαρξή τους. Ομως δεν γίνεται καμιά κουβέντα για τις μεθόδους, τον τρόπο που θα οδηγήσει τους δειλούς αυτόχειρες στο… απαίσιο τέλος. Αγνοούν ότι θα γίνουν δολοφόνοι αλλήλων.
- «Πήραμε στοιχεία από τη νουβέλα και πλάσαμε τη δική μας ιστορία σε τέσσερις μήνες προβών» λέει η Κ. Ευαγγελάτου. «Η παράσταση αρχίζει μ’ ένα ξέφρενο πάρτι, αλλά η ατμόσφαιρα σταδιακά σκοτεινιάζει. Αλλο να θέλεις να πεθάνεις κι άλλο να γίνεσαι δολοφόνος. Οι ακραίες καταστάσεις βγάζουν μαύρο χιούμορ και στη συνέχεια γίνεται κατάμαυρο… Το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε από τις λέξεις “λέσχη”, “οργάνωση” αλλά και “αυτοκτονία”. Ενα θέμα που στις μέρες μας παίρνει διαστάσεις επικίνδυνες, κυρίως στους νέους.
- »Μεγάλο μέρος της έρευνας που κάναμε για την αυτοκτονία ως κοινωνικό φαινόμενο και φιλοσοφικό ζήτημα είναι δραματουργικά παρόν στην παράσταση. Επίσης, έχουμε συμπεριλάβει ένα απόσπασμα από τον “Αμλετ” αλλά και σύγχρονες αναφορές που με χιούμορ απαριθμούν κάποια καλά που προσφέρει η αυτοκτονία: Απαλλάσσεσαι από ένα ακόμα άλμπουμ της Μαντόνα, από ένα πλήθος αμήχανων μηνυμάτων στο κινητό σου, από το μποτιλιάρισμα, τις τηλεοπτικές ατάκες του τύπου: “τραγική φιγούρα η μάνα” κ.λπ.»…
Ωδή στη ζωή
- Και πώς ν’ αποφύγεις την ερώτηση κλισέ: Γιατί σας ελκύουν αυτά τα θανατερά έργα; «Είναι απορία πολλών, αλλά εγώ δεν την καταλαβαίνω. Θεωρώ ότι τέτοιες επιλογές είναι αναμενόμενες από ένα νέο άνθρωπο. Θα ήταν καλύτερα να έκανα ένα μπουλβάρ; Δεν λέω ότι δεν υπάρχει η φωτεινή πλευρά, αλλ’ αυτή την περίοδο της ζωής μου το συγκεκριμένο ρεπερτόριο με ιντριγκάρει. Το μοναδικό θεμελιώδες ερώτημα θα είναι πάντα: “να ζει κανείς ή να μη ζει”. Δεν με ταλανίζει, φυσικά, η ιδέα της αυτοκτονίας! Αυτό που λέω είναι ότι η ιδέα του θανάτου όπως και της ζωής είναι πράγματα που σε βάζουν σε ωφέλιμους στοχασμούς. Αλλωστε είναι πολλοί αυτοί που “αυτοκτονούν” ζωντανοί. Παραιτούνται από τη ζωή, συνθηκολογούν ή επιλέγουν εξαρτήσεις που γίνονται ζωτικά ψεύδη».
- Η σκηνή ορίζεται από ένα μακρόστενο διάδρομο με δύο μεγάλους καθρέφτες στις δύο άκρες του, ένα τραπέζι που ανεβοκατεβαίνει από την οροφή στο κέντρο για να στηθεί η «ρώσικη ρουλέτα» (σκηνικά-κοστούμια Κωνσταντίνος Ζαμενής). Τη μουσική έχει γράψει ο Σταύρος Γασπαράτος. Οι ηθοποιοί (Νίκος Παπαγιάννης, Στάθης Μαντζώρος, Λευτέρης Πολυχρόνης, Τάσος Δαρδαγάνης και Φώτης Μπατζάς) παίζουν σε απόσταση αναπνοής απ’ τους θεατές απευθυνόμενοι προς αυτούς.
- Η Κατερίνα Ευαγγελάτου θεωρεί τη συγκεκριμένη παράσταση ως το μεγαλύτερό της στοίχημα μέχρι τώρα: «Γράψαμε ένα έργο απ’ την αρχή μεταφέροντας την ιδέα του Στίβενσον στο σήμερα. Το θέμα της αυτοκτονίας απαιτεί πολύ λεπτές ισορροπίες ειδικά όταν σε απασχολεί συγχρόνως η κωμική πλευρά. Δεν πρόκειται για μια παράσταση-πραγματεία πέριξ της αυτοκτονίας. Θέτουμε ερωτήματα και νομίζω πως είναι δίκαιο ν’ ακουστούν οι θέσεις εκείνων που συναινούν στο δικαίωμα επιλογής τού “να ζήσω ή να πεθάνω;”. Γιατί να περιμένουμε πότε θα μας επιλέξει ο θάνατος και να μην αποφασίσουμε εμείς;»… *