- Γιατί «αυτοξεκοιλιάστηκε» ο Γιούκιο Μισίμα (1925-70); αναρωτιέται βρετανίδα κριτικός. Προφανώς, απαντά η ίδια, επειδή υποχρεώθηκε να δει πολλές φορές το θεατρικό του έργο Μαντάμ ντε Σαντ. Αυτό το παράτολμα ειρωνικό σχόλιο συνοψίζει τη στάση μέρους τουλάχιστον της λονδρέζικης κριτικής απέναντι στη Μαντάμ ντε Σαντ που παίζεται στο θέατρο Wyndhams (ως τις 23 Μαΐου).
- Πολυσυζητημένος ο ιάπωνας συγγραφέας – κυρίως μετά την τελετουργική αυτοκτονία του – τόσο για το εκτεταμένο λογοτεχνικό έργο του όσο και για τις αναχρονιστικές ιδέες του, με πολλούς θαυμαστές αλλά και άλλους τόσους πολεμίους, στη Μαντάμ ντε Σαντ καταπιάνεται με τη σύζυγο του διαβόητου μαρκησίου, που έδωσε το όνομά του στον σαδισμό, με τη μητέρα της και με μερικές άλλες γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει και που αφηγούνται τα κακόφημα κατορθώματά του, χωρίς ο ίδιος ο Μαρκήσιος ντε Σαντ να εμφανίζεται καθόλου.
- Πέρα από αυτές τις αφηγήσεις, στο έργο δεν συμβαίνουν πολλά πράγματα. Οι βρετανικές κριτικές επιμένουν στις περιγραφές για να τονίσουν ότι η σχοινοτένειά τους αμιλλάται τη φρίκη τους. Αναγνωρίζουν ότι η παράσταση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του έργου όσον αφορά τη θεαματική πλευρά του, κυρίως χάρη στα πλούσια κοστούμια εποχής, τα οποία ωστόσο χλευάζουν και χαρακτηρίζουν «σπατάλη ταλέντου» τη συμμετοχή σε αυτήν την «ακαθαρσία», όπως τη λένε, του «εθνικού θησαυρού» Τζούντι Ντεντς.
Στην εποχή του ήταν το στολίδι του Πειραιά κι ένα από τα ωραιότερα κτίρια της Ελλάδας. Το Δημοτικό Θέατρο ήταν επιβλητικό και μνημειακό. Κι όταν πέρασε ο καιρός που η αφρόκρεμα της περιοχής κατέφευγε στα εντυπωσιακά καθίσματα και τα βελούδινα μεγαλεία, άλλαξε χρήσεις και ενοίκους, όλοι αναγνώριζαν ότι το «διαμάντι» του Πειραιά είναι ένα σπουδαίο κτίριο. Ωστόσο, κανείς δεν έσπευδε να το «βοηθήσει» oυσιαστικά. Κάτι ο πόλεμος, κάτι οι σεισμοί και οι άστοχες επεμβάσεις, το θέατρο έπεσε θύμα της γραφειοκρατίας, σε κάποιες περιπτώσεις και της άγνοιας. Δεν το αντιμετώπισαν ως ένα σπουδαίο μνημείο της νεότερης αρχιτεκτονικής μας ιστορίας, γι’ αυτό δεν ελήφθησαν γενναίες αποφάσεις, με το όποιο οικονομικό κόστος αυτές συνεπάγονται.






